🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συντελεστής
συντελεστ|ής
1)
фактор
(чего-л);
2)
коэффициент
;
===
~ τερμάτων — спорт. соотношение мячей
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
фактор
? —
συντελεστής
как на
(ново)греческом
будет слово
коэффициент
? —
συντελεστής
как с
(ново)греческого
переводится слово
συντελεστής
? — фактор, коэффициент
#
(ново)греческий словарь
—
ραφτός
—
ιερομόναχος
—
θεοκρατία
—
βραχυβιότης
—
δεί
—
μονύδριο
—
περιθωριακός
—
πατάω
—
ανακαλύπτω
—
αστάφνιαστος
—
αφιερούμαι
—
αστραποβολώ
—
άτυχος
—
απογεράζω
—
ξυλοπάπουτσο
—
αγοραφοβία
—
τοπίο
—
κούρεμα
—
κατατάζομαι
—
ταγγισμένος
—
διεξερευνώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω