🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αμυλαλκοόλη
αμυλαλκοόλη
η
крахмальный спирт
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
крахмальный спирт
? —
αμυλαλκοόλη
как с
(ново)греческого
переводится слово
αμυλαλκοόλη
? — крахмальный спирт
#
(ново)греческий словарь
—
ροσμπίφ
—
άπαχος
—
υδρόφυτα
—
αρχιγονία
—
καλογερόπαιδο
—
αποκάθαρμα
—
βοτανολογία
—
αντιγραφεύς
—
αποχαλκώνω
—
ποτοποιός
—
εμπήγω
—
απείραγος
—
ξανακεντώ
—
αιτιότητα
—
δουλοφροσύνη
—
πρωτοτοκία
—
καρδιοχτυπώ
—
ποδίζω
—
ισόβια
—
ρεκλαμάρισμα
—
πλάσσω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω