🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ταίζω
ταίζω
кормить
(детей, стариков или скот, птицу)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
кормить
? —
ταίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
ταίζω
? — кормить
#
(ново)греческий словарь
—
μετριαστικός
—
αλέθω
—
καλαθοπλεκτηκή
—
τοπομαχικός
—
πολυμερής
—
αρχαία
—
εκποιημένος
—
εγχείρηση
—
φτωχικός
—
αστιγματικός
—
κασιδού
—
απονευρώνω
—
βαθμολογητής
—
δακτυλιδάς
—
εμπορευματογνωσία
—
αυτοκινητικός
—
κολπώδης
—
αχρωστικός
—
αντιναύαρχος
—
μηλόσουπα
—
ρεγχασμός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω