🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συνδιδακτικός
συνδιδακτικός
относящийся к совместному обучению
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
относящийся к совместному обучению
? —
συνδιδακτικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
συνδιδακτικός
? — относящийся к совместному обучению
#
(ново)греческий словарь
—
γκιλοτίνα
—
αλατοποιήσιμος
—
αυτοπαρουσιαση
—
ανακλώ
—
συγύρισμα
—
ρίψη
—
κομπέρ
—
μαυρόκοττα
—
φραντζόλα
—
πηλοβατώ
—
σταφιδόψωμο
—
φτηνιάρικος
—
υπομιμνήσκω
—
λεμοναδίτσα
—
δισκάφισμα
—
έκαμα
—
ματαγυρίζω
—
απενταρία
—
πρίζα
—
τσίριγμα
—
ειρηνευτής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω