🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλατογόνος
αλατογόν|ος
солеобразующий
;
~α στοιχεία — хим. солеобразующие вещества
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
солеобразующий
? —
αλατογόνος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλατογόνος
? — солеобразующий
#
(ново)греческий словарь
—
αποδέκτης
—
γαλβανοτεχνική
—
αρχιτέχτονας
—
μεσοστύλιο
—
επαναστατικός
—
αροχνοβριθής
—
διαταράκτης
—
διίσταμαι
—
ψαλτικά
—
γκέρλς
—
βάβω
—
παλιογύναικο
—
ψέγομαι
—
ηλεκτρομεταλλουργία
—
σαλατικό
—
αποκρυπτογράφησις
—
παιδισμός
—
ενσφράγισις
—
οφθαλμιώ
—
αγωνιστής
—
ηδυπαθής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω