🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κυλιάμενος
κυλιάμεν|ος
:
~η κλίμακα — эскалатор
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
κυλιάμενος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ανατόμος
—
αναξιόπιστος
—
διακόσα
—
τσομπάνης
—
πνέω
—
ηδυπαθής
—
συνδιαλλακτικός
—
ρεμβάζω
—
προσαγώγιον
—
διαπλέκω
—
ερίνωση
—
αργητός
—
απάνεμος
—
ηλιοβούτημα
—
ιδιόχειρος
—
μπαΐρι
—
εκπετάλωση
—
μονομανής
—
ούφ
—
ποδηλατοδρόμος
—
γοργοπέραστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω