🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συμπεπιεσμένος
συμπεπιεσμέν|ος
1)
сжатый
;
~ αέρας — сжатый воздух
;
2)
прессованный
;
~ χάρτης — прессованная бумага
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сжатый
? —
συμπεπιεσμένος
как на
(ново)греческом
будет слово
прессованный
? —
συμπεπιεσμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
συμπεπιεσμένος
? — сжатый, прессованный
#
(ново)греческий словарь
—
πατριδολατρία
—
κούρσευμα
—
σακκορράφα
—
αβίαστα
—
βιοπαλαίστρια
—
παγκοσμιοποιημένος
—
αδιαμφισβήτητος
—
κουλούρα
—
μηναίον
—
παλινδρομικά
—
ερείκη
—
επιστολή
—
κομμένος
—
φιλοδοξία
—
χορδή
—
σιγά-
—
επιστασία
—
εμπειροτεχνία
—
αναφορά
—
τζούτα
—
μπουρζουάς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω