🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τριαντάφυλλο
τριαντάφυλλο
το
роза
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
роза
? —
τριαντάφυλλο
как с
(ново)греческого
переводится слово
τριαντάφυλλο
? — роза
#
(ново)греческий словарь
—
ασυντόνιστος
—
λιγοθυμιά
—
θεριεύω
—
ορθογραφώ
—
εξακοσιαπλάσιος
—
τομαριστής
—
σάλα
—
ντύμα
—
ιντερέσο
—
άχαρος
—
ύπαρξη
—
αριστερισμός
—
μαρτυριάρικος
—
συνδικαλισμός
—
τέμενος
—
κυνάγχη
—
μονοιασμένα
—
γλωσσογονία
—
ξεραίνω
—
ξανομοίρασμα
—
κολβερτισμός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω