🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
όργωμα
όργωμα
το 1)
вспашка, пахота
;
2)
пашня
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вспашка
? —
όργωμα
как на
(ново)греческом
будет слово
пахота
? —
όργωμα
как на
(ново)греческом
будет слово
пашня
? —
όργωμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
όργωμα
? — вспашка, пахота, пашня
#
(ново)греческий словарь
—
ακαρπία
—
κουβερτούλα
—
εγκολλώ
—
υγρόληχτος
—
αφρώδης
—
κούφωμα
—
τοπικιστής
—
πισωγύρισμα
—
αρρενογονία
—
λιοπερίβολο
—
εμβατήριο
—
τρύπησις
—
διαστραμμένος
—
πρωτάρχισμα
—
ηλιογραφία
—
συνεταιρικός
—
γλωσσομαθής
—
πολυχρονίζω
—
ψυχραιμία
—
ξαναγεννιέμαι
—
ανταγωνίζομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω