🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πενθερά
πενθερά
свекровь, тёща
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
свекровь
? —
πενθερά
как на
(ново)греческом
будет слово
тёща
? —
πενθερά
как с
(ново)греческого
переводится слово
πενθερά
? — свекровь, тёща
#
(ново)греческий словарь
—
καθομιλουμένη
—
καταντοίνω
—
καθετήρας
—
ετεροκλινής
—
τιμω
—
αποθησαυρισμός
—
γαλακτικός
—
δανείζομαι
—
κινητοποιούμαι
—
παιζογελάω
—
αλεσμένος
—
αποθηριώνω
—
μεταφορικά
—
ψυχρομετρία
—
φτωχαίνω
—
ρύζι
—
οπτασιάζομαι
—
απαρασάλευτος
—
ζωάνθρωπος
—
επισκοπώ
—
λήγω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω