🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λευκωματοειδής
λευκωματοειδ|ής
белковый, похожий на белок
;
~είς ουσίαι — белковые вещества, протеины
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
белковый
? —
λευκωματοειδής
как на
(ново)греческом
будет слово
похожий на белок
? —
λευκωματοειδής
как с
(ново)греческого
переводится слово
λευκωματοειδής
? — белковый, похожий на белок
#
(ново)греческий словарь
—
δεξιά
—
αμοίραγος
—
καλυβόσπιτο
—
εμπλουτιστικός
—
συσχέτιση
—
ονειδιστικός
—
χιονοδρονία
—
βαριακούω
—
αναβράω
—
υπερκρέμαμαι
—
ταχυπλοώ
—
διαλυτότητα
—
ματαβγαίνω
—
ξερράγιασμα
—
αφροδισιολογία
—
τσίρκος
—
κολυμβήτρια
—
ροδοζάχαρη
—
ευγραμμία
—
ανανταπάντητος
—
μύωσις
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω