🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ωσμωτικός
ωσμωτικός
физ.
осмотический
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
осмотический
? —
ωσμωτικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
ωσμωτικός
? — осмотический
#
(ново)греческий словарь
—
στεκούμενος
—
ακαλήφη
—
κυρτότητα
—
υπερδεξιός
—
πυρηνελαιουργία
—
εμπλουτιστικός
—
έκλαυσα
—
αριστερισμός
—
απογεμάτος
—
αποπλέκω
—
ψευδότιλος
—
αληθοφορία
—
σκορδίλα
—
στερεοτύπης
—
κακοσήμαδος
—
σκληραγωγία
—
βακαλάος
—
δασοφούντωτος
—
βοθροκαθαριστής
—
ακίδα
—
μονολιθικότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω