🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
στεατώδης
στεατώδης
сальный, жирный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сальный
? —
στεατώδης
как на
(ново)греческом
будет слово
жирный
? —
στεατώδης
как с
(ново)греческого
переводится слово
στεατώδης
? — сальный, жирный
#
(ново)греческий словарь
—
σύν-
—
αβυθομέτρητος
—
καλοπαντρεύω
—
εσμός
—
υπο-
—
αισθητικά
—
άπταιστα
—
κεσάτι
—
γλυκομματιάζω
—
μακρυχέρης
—
ιστιοράπτης
—
πορτοφόλι
—
επικαίω
—
πτέρωση
—
μεταγράφω
—
ρακένδυτος
—
συμπιλητής
—
διημερίδα
—
Μπετελγκέζ
—
μπανιάρω
—
ξεθάψιμο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω