🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γογγολογώ
γογγολογώ
стонать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стонать
? —
γογγολογώ
как с
(ново)греческого
переводится слово
γογγολογώ
? — стонать
#
(ново)греческий словарь
—
εχινόδερμα
—
οδικώς
—
καταπραΰνω
—
γαλένα
—
ιατροσομβούλιο
—
βρυκολακιάζω
—
κορνιζάρω
—
αναπαύομαι
—
κενολόγος
—
αλλαξιά
—
καλαμώνας
—
απρογύμναστος
—
μετακομίζομαι
—
μικροβιολοσία
—
οδοιπόρος
—
κίχλα
—
σιαλόρροια
—
τράχηλος
—
δοκιούμαι
—
ξεκαπέλλωμα
—
καταρώμαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω