🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επιστημοσύνη
επιστημοσύνη
η
знания, учёность
;
μετ' ~ς — научно
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
знания
? —
επιστημοσύνη
как на
(ново)греческом
будет слово
учёность
? —
επιστημοσύνη
как с
(ново)греческого
переводится слово
επιστημοσύνη
? — знания, учёность
#
(ново)греческий словарь
—
φαρδιά
—
όχεντρα
—
κωλοπαιδαράς
—
παρακοιμάμαι
—
εκρηκτικός
—
ερυθροξυλίνη
—
τύπτω
—
αμεταμέλητος
—
κέρδος
—
μασκέ
—
γαλακτίνη
—
αναλογικά
—
βομβύκιο
—
αντιμένω
—
ξάντρια
—
εκτοβάτ
—
απρογύμναστος
—
λαχανοσαλάτα
—
μετανάστις
—
ακαλλιεργησία
—
άτσουχτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω