🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πουλάρι
πουλάρι
η 1)
жеребёнок
;
2)
ослёнок
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
жеребёнок
? —
πουλάρι
как на
(ново)греческом
будет слово
ослёнок
? —
πουλάρι
как с
(ново)греческого
переводится слово
πουλάρι
? — жеребёнок, ослёнок
#
(ново)греческий словарь
—
δακρυρροώ
—
απορριπτικός
—
ακλησίαστος
—
χριστιανοσύνη
—
μπεϊοπούλα
—
αυτοκαταδικάζομαι
—
κολιαρούδι
—
προσφεύγω
—
εξαπατώ
—
άλμα
—
ασβεστώδης
—
αχνένιος
—
τετράμηνος
—
υδροκέφαλος
—
μυασθενικός
—
απόφυση
—
αλανιάρικα
—
δαμαλιδικός
—
άστρινος
—
εκπόρνευση
—
γέφυρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω