🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γονιασμένος
γονιασμέν|ος
заполненный яичками
(о сотах)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
заполненный яичками
? —
γονιασμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
γονιασμένος
? — заполненный яичками
#
(ново)греческий словарь
—
αντιδηλώνω
—
ατρούπωτος
—
ανισοσκελή
—
ψευματίζω
—
σπρώξιμο
—
εξέβην
—
ζουπάω
—
επιδοκιμαστικός
—
δεκαπλασιάζω
—
απεγνωσμένος
—
αποθεραπεία
—
σκύλαρος
—
ανθιστάμενος
—
τζογαδόρος
—
Ισπανός
—
δελεάζω
—
αρματωλός
—
βιβλιοτεχνία
—
έκβλητος
—
δισκοειδής
—
πιεσμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω