🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
χασάπικος
χασάπικ|ος
1.
опюсящийся к мяснику
;
2. (о) «
хасапикос
» (народный танец)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
опюсящийся к мяснику
? —
χασάπικος
как на
(ново)греческом
будет слово
хасапикос
? —
χασάπικος
как с
(ново)греческого
переводится слово
χασάπικος
? — опюсящийся к мяснику, хасапикос
#
(ново)греческий словарь
—
επιχωριάζω
—
αφοβέριστος
—
αποπυρηνικοποιημένος
—
κλειδοφύλακας
—
γεροβολιά
—
σφυράκι
—
διακονικό
—
αλυτρωτισμός
—
οβελίζομαι
—
γυαλισμένος
—
περισσότερο
—
ορόσημο
—
ασκοπος
—
υμνητικά
—
πετσετένιος
—
περισπώ
—
επακτός
—
χνούδιασμα
—
υδράργυρος
—
επιστολάριον
—
χιονόβροχο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω