🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ενδοκάρδιο
ενδοκάρδιο
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ενδοκάρδιο
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αντίσκοπος
—
αγνωστικισμός
—
φλογότρεμος
—
αστερώνω
—
κορφολόγος
—
ευζωία
—
δεκαεφτά
—
ταμπλό
—
μυλόλιθος
—
Λονδίνο
—
κουβαλήτρα
—
βυρσοδεψία
—
τρίχωμα
—
μαζικά
—
δίοιξη
—
φρύγανο
—
ανατροφέας
—
ξεβρωμίζω
—
εξάρτιση
—
συγγραφέας
—
σέμπρος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω