🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αυτοκατασικασμένος
αυτοκατασικασμένος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αυτοκατασικασμένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
χρονιάρικος
—
πολύφωτο
—
ογδοηκονταετηρίδα
—
σουπέρνω
—
αγιατρεψιά
—
γαϊτανώνω
—
αλαφροχειμωνιά
—
ρήγμα
—
διασωστικά
—
κρυόμετρο
—
αδερφή
—
αντίρευμα
—
παιδεμένος
—
φλαουτίστας
—
κάππαρη
—
φυλάκισμα
—
διπλασιάζω
—
μή με λησμονεί
—
ξηρά
—
μεσημεριάτικα
—
διαπρέπω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω