🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ετάφην
ετάφην
παθ. αόρ. от θάπτω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ετάφην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
κροκοδείλιος
—
ελυτρον
—
βαρκούλα
—
εντείνω
—
καινοτομία
—
εδραμον
—
τυπολάτρης
—
αψύχωτος
—
απαφρίζω
—
μαυρ-
—
βρούντζος
—
πρεσβύωψ
—
αποκόπτω
—
διψαστικός
—
αναρριπιστήρας
—
αλληλοδιδασκαλία
—
σφερδούκλι
—
επίκτισμα
—
ιρακινός
—
ασυνεπής
—
διαφυλάττω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω