🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ελαύνομαι
ελαύνομαι
быть движимым
(чём-л.);
~εται υπό του κέρδους — [phrase]им движет жажда наживы[/phrase]
;
αυτός ~εται υπό του πάθους — [phrase]им движет страсть[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
быть движимым
? —
ελαύνομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
ελαύνομαι
? — быть движимым
#
(ново)греческий словарь
—
νεκροπομπός
—
αντίπροχθες
—
προβληματισμός
—
θεατρίνος
—
νεαρότητα
—
ηλιόπληκτος
—
αχρειολόγα
—
υδροβιολογικός
—
μηλωτή
—
ειδωλολατρικός
—
αναπηδώ
—
λευκασμένος
—
βουργιάλι
—
αναχωρητισμός
—
συνευθύνομαι
—
αρόδο
—
νήσος
—
κοπρολογία
—
γλυκύτητα
—
μηνυτήριος
—
ορθοδοντικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω