🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αναγορευμένος
αναγορευμένος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναγορευμένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ένεστι
—
καθρεφτίζομαι
—
επιβράχυνσις
—
διάτυλος
—
Ισπανία
—
ερυθρόδερμοι
—
εγκοχλίωση
—
μπαμπακόσπορος
—
συμφυία
—
εκδάσωση
—
χολόσκαση
—
κλωστοϋφαντουργική
—
πιπερώνω
—
κτηριολογικός
—
προέρχομαι
—
αυτοθεραπεία
—
συγκερασμός
—
ξοδιάζω
—
μέσος
—
κοντομύτης
—
γουβίτσα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω