🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ματόφυλλο
ματόφυλλο
το
веко
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
веко
? —
ματόφυλλο
как с
(ново)греческого
переводится слово
ματόφυλλο
? — веко
#
(ново)греческий словарь
—
αλογήσιος
—
λοχείος
—
φυσώ
—
ξεθηλύκωμα
—
ασυγκόμιστος
—
φάκα
—
φανφαρονίστικος
—
εσαεί
—
επιτιμητικός
—
αποφοιτήσας
—
οφθαλμοπάθεια
—
κλωθογύρισμα
—
σταυροφορία
—
λιγυρός
—
λάπα
—
ακατασίγητος
—
ηδονικά
—
ηλικίωση
—
κατάσαρκα
—
ηλιόφεγγο
—
κοπίδι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω