🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
άσβεστος
άσβεστ|ος
II 1)
непогашенный
;
2)
неугасимый
(тж. перен.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
непогашенный
? —
άσβεστος
как на
(ново)греческом
будет слово
неугасимый
? —
άσβεστος
как с
(ново)греческого
переводится слово
άσβεστος
? — непогашенный, неугасимый
#
(ново)греческий словарь
—
ξεταπωμένος
—
ξεκάμωμα
—
καμποτινισμός
—
αυχένιος
—
ανωχύρωτος
—
ερετική
—
χρηματιστηριακός
—
αδιάγραπτος
—
ελεγείος
—
αστρακάν
—
θειαφώνω
—
πούλι
—
φέρετρο
—
κτενοποιία
—
ανώτατος
—
αμβλύτητα
—
Ερασμία
—
υπογράφομαι
—
παπικός
—
πτηνοπώλης
—
θρησκοληψία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω