🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λεύκασμα
λεύκασμα
το
отбеливание, отбелка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
отбеливание
? —
λεύκασμα
как на
(ново)греческом
будет слово
отбелка
? —
λεύκασμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
λεύκασμα
? — отбеливание, отбелка
#
(ново)греческий словарь
—
λειαντής
—
αυστραλιανός
—
ελαιόπιττα
—
λεοντοκεφαλη
—
καταχανάς
—
μακιγιαρισμένος
—
οβελιστέος
—
μετρονομία
—
φαρμακοσυλλέκτης
—
ακοκκίνιγος
—
προσέγγιση
—
υδροδοτούμαι
—
δυσκατανόητος
—
ετερόστομος
—
εξώδερμα
—
αυτοκέφαλος
—
ευτόρνεοτος
—
αναίσχυντα
—
ανατοκίζω
—
οινοβάρελο
—
υπόστεγο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω