🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σκουπιδιάρης
σκουπιδιάρης
ο 1)
дворник
;
2)
мусорщик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
дворник
? —
σκουπιδιάρης
как на
(ново)греческом
будет слово
мусорщик
? —
σκουπιδιάρης
как с
(ново)греческого
переводится слово
σκουπιδιάρης
? — дворник, мусорщик
#
(ново)греческий словарь
—
λέγομαι
—
ειδησεογραφικά
—
χασμουρητό
—
απολογία
—
αμαλάκυντος
—
επιφανειακός
—
εκατονταέτις
—
εμβολο
—
ζυμούμαι
—
ερωτιδεύς
—
λαφυραγωγός
—
τέταρτος
—
σαρκοφάγος
—
ξανασαίνω
—
ημιαυτόματος
—
ντουνιάς
—
επικήδειος
—
εξακτινώνω
—
καρδέλι
—
αδιάπταιστος
—
εξείπον
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω