🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σταχιάζω
σταχιάζω
колоситься
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
колоситься
? —
σταχιάζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
σταχιάζω
? — колоситься
#
(ново)греческий словарь
—
αποστομωτικός
—
ξαντεριάζω
—
μισονεϊστής
—
αμαστία
—
ετυμολογημένος
—
διχρονίτης
—
κόκα
—
αλεξίφλογον
—
ολόλαμπρος
—
μυταρού
—
αερομετρία
—
ραφανίδα
—
μπιρμπιλώνω
—
λαδέμπορας
—
λυγμός
—
γαιόκηρος
—
ακροαματικότητα
—
αποδείπνι
—
ορνιθοκλέπτης
—
πουτσοσκάμπηλο
—
μοσχοβολιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω