🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επιστόμωσις
επιστόμωσις
(-εως) η
затыкание
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
затыкание
? —
επιστόμωσις
как с
(ново)греческого
переводится слово
επιστόμωσις
? — затыкание
#
(ново)греческий словарь
—
προμελετημένος
—
πυρογραφω
—
ζωολατρεία
—
βέτο
—
βαλμένος
—
συμμισατορεύω
—
αρσίζης
—
εξοικείωση
—
πολυθεϊκός
—
αυτοέλεγχος
—
οπίσω
—
χαμηλώνω
—
μάγγανα
—
γαλακτούχος
—
αδυνατίζω
—
παλαιστική
—
ανάσταση
—
Δαίδαλος
—
βιβλιοκαπηλία
—
αναπόταμα
—
αλυσίδετος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω