🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
απεσταγμένος
απεσταγμέν|ος
дистиллированный
;
~ον ύδωρ — дистиллированная вода
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
дистиллированный
? —
απεσταγμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
απεσταγμένος
? — дистиллированный
#
(ново)греческий словарь
—
λουτρώνας
—
καταστατικό
—
αχάραχτος
—
άπαντον
—
σελιδαρίθμηση
—
φαινέλαιο
—
αιτούσα
—
καταναγκάζω
—
αρνοτόμαρο
—
κολλήγας
—
αορτεύς
—
ψιλικό
—
διείρω
—
τινάζω
—
μουσσών
—
λιγοδύναμος
—
μπάριζα
—
συμπαράταξη
—
ξεχωριστός
—
λυγιστός
—
ταύρειος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω