🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μονταδόρος
μονταδόρ|ος
ο
монтажник, сборщик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
монтажник
? —
μονταδόρος
как на
(ново)греческом
будет слово
сборщик
? —
μονταδόρος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μονταδόρος
? — монтажник, сборщик
#
(ново)греческий словарь
—
ανεκδίκητος
—
αλμυρός
—
αδέσμευτος
—
απηχώ
—
γρέκι
—
κοκκινάδι
—
κολυμβητής
—
αντιρραπίζω
—
δρυοκολόπος
—
Ιαπωνία
—
θράσεμα
—
κυκλώνω
—
αδιαπόρευτος
—
χοντροκαμωμένος
—
αηδιαστικός
—
μελανιασμένος
—
αβιομηχάνιστος
—
αυθαδιάζω
—
δρόλαπας
—
ζεσταίνω
—
βικτώρια
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω