🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αυλόσκαλα
αυλόσκαλα
η
лестница(__,__) ведущая во двор
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лестница, ведущая во двор
? —
αυλόσκαλα
как с
(ново)греческого
переводится слово
αυλόσκαλα
? — лестница, ведущая во двор
#
(ново)греческий словарь
—
λέβης
—
εξάδερφος
—
ξεπουλημένος
—
ακόρντο
—
τιμονιέρισσα
—
μονόφθογγος
—
φοινικοειδής
—
κεφαλοτύρι
—
πλήρωμα
—
μπιρμπιλομάτης
—
κυνηγόσκυλο
—
χόντρεμα
—
νοτιοανατολικά
—
Μ
—
μηλοροδάκινο
—
φαρμακοθεραπεία
—
υλισμός
—
θεώρατος
—
δημολογία
—
διαφοροτρόπως
—
αλαφροφέρνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω