🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σερμπέτι
σερμπέτι
το
шербет
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
шербет
? —
σερμπέτι
как с
(ново)греческого
переводится слово
σερμπέτι
? — шербет
#
(ново)греческий словарь
—
δέση
—
καλλιεργημένος
—
ανέρρηξα
—
κυρά
—
επιθέτω
—
ποδοκυλώ
—
ανάκρεμος
—
φτάνω
—
νύχτα
—
σπουδαιοφανής
—
άγγιχτα
—
μούτσος
—
φορτωτικά
—
απόξυσμα
—
καταστρεπτικός
—
σμήνος
—
πίκα
—
αργυρόχρυσος
—
νεύριασμα
—
παραγέμισμα
—
συναγωνιστής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω