🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μοσχοκάρυδο
μοσχοκάρυδο
το
мускатный орех
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мускатный орех
? —
μοσχοκάρυδο
как с
(ново)греческого
переводится слово
μοσχοκάρυδο
? — мускатный орех
#
(ново)греческий словарь
—
τιμω
—
συνομιλήτρια
—
πλουσιότατος
—
αντιπρόκλησις
—
ανανεάζω
—
αδερφοποιτός
—
βιοαποικοδομήσιμος
—
υδατομετρία
—
κουίντέττο
—
σπαθόσεγα
—
όγκωμα
—
αναρρίπισις
—
ξεπετιέμαι
—
πατινάδα
—
μανκάρω
—
προφυλακτικό
—
τριτοπρόσωπος
—
πέπτω
—
καμιόνι
—
ίστημι
—
φρενιασμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω