🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συνοδικώς
συνοδικώς
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
συνοδικώς
? —
#
(ново)греческий словарь
—
πλειοδότρια
—
δημοσίευση
—
μπρούμυτα
—
υψομετρικά
—
απογδύμι
—
συρτικός
—
μιξοπάρθενος
—
τεκταινόμενα
—
φλόμος
—
πολύγωνο
—
λιμένας
—
δίκην
—
αχνούδιαστος
—
ξεροπόταμο
—
απόπεμψη
—
πασιφιστής
—
διώκομαι
—
Λονδίνο
—
ρήση
—
σταφυλοκοκκίαση
—
οργανοπλαστία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω