🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αποθωρακίζω
αποθωρακίζω
снимать броню
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
снимать броню
? —
αποθωρακίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποθωρακίζω
? — снимать броню
#
(ново)греческий словарь
—
απελευθερωτής
—
συντονίζω
—
αποκρέα
—
εγχείρηση
—
μυθώδης
—
πληθύς
—
μυριόπλουτος
—
συνεκφωνώ
—
κατατριβή
—
οδοιπορικά
—
αναφτερουγίζω
—
μπακκαράς
—
συκάμινο
—
κλουβιάζομαι
—
μαρτυριάρης
—
αμπερόμετρο
—
αντιστρέφω
—
εξαρτημένος
—
βελούχι
—
ξενηστικώνομαι
—
αστρέβλωτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω