🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
παπα-
παπα-
(частица, прибавляемая к имени священника)
отец
;
~-Γιώργης — [phrase]отец Георгий[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
отец
? —
παπα-
как с
(ново)греческого
переводится слово
παπα-
? — отец
#
(ново)греческий словарь
—
αντασφαλιστικός
—
κουτσουρεύω
—
ανεμοσάλεμα
—
βελέσι
—
ρουκετοπόλεμος
—
περιρραίνω
—
κλωνάρι
—
ασφαλτούχος
—
ζορκιά
—
οικουμενικότητα
—
γόμφωμα
—
δεκαστής
—
βρύζα
—
ταχυπορία
—
ανομοιομερώς
—
αφασία
—
υποδετήριον
—
χρησικτησία
—
βιογεωγραφία
—
αρνεμός
—
συμβαλλόμενος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω