🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υαλοθέτης
υαλοθέτης
ο уст.
стекольщик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стекольщик
? —
υαλοθέτης
как с
(ново)греческого
переводится слово
υαλοθέτης
? — стекольщик
#
(ново)греческий словарь
—
λαϊκοδημοκρατικός
—
απόσυρση
—
μποστάνι
—
τεμπελχανεύω
—
αντροκαλώ
—
σεπτεμβριάτικος
—
απογοήτευση
—
κοντακιανός
—
ξεσηκωμός
—
μπατιράκι
—
χρωματοσκοπία
—
αρχηγώ
—
αμεταφόρτωτος
—
αφυδάτωση
—
κομμός
—
ενύδρωση
—
εγκεφαλοκαρκίνωμα
—
αδιάσχιστος
—
αντισφαιρίστρια
—
πουλί
—
απογώνι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω