🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ευάριθμος
ευάριθμ|ος
малочисленный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
малочисленный
? —
ευάριθμος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ευάριθμος
? — малочисленный
#
(ново)греческий словарь
—
κατάπλωρος
—
φρόνηση
—
επιλάμπω
—
βουερός
—
καταρρακτώδης
—
υαλοτέχνης
—
διπροσωπία
—
ξελογιάστρα
—
δεσμοφύλακας
—
λησμονιέμαι
—
ομιλητική
—
βάψιμο
—
μπαντανάς
—
γερνάω
—
μεγαλοπρεπής
—
σέρνομαι
—
περασιά
—
δημοτελής
—
ξεκουτιαίνω
—
πέσο
—
ρίγανη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω