🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αεριοποιούμαι
αεριοποιούμαι
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αεριοποιούμαι
? —
#
(ново)греческий словарь
—
Αρτεσία
—
καταβροχθίζω
—
τραπεζομάντηλο
—
πανσοβιετικός
—
διαχειριστικός
—
ειρεσία
—
παλιόπαιδο
—
νιτερέσο
—
ξέστηθος
—
σχιστώδης
—
έθεσα
—
ακροφιλότιμος
—
μεταλλοτεχνία
—
γυναικοθέσι
—
ροογράφος
—
προλογικός
—
τραβηγμένος
—
νιαουρίζω
—
ευκολόβραστος
—
εναποθέτω
—
δικαιοδότης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω