🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δρωπικιάρης
δρωπικιάρης
страдающий водянкой
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
страдающий водянкой
? —
δρωπικιάρης
как с
(ново)греческого
переводится слово
δρωπικιάρης
? — страдающий водянкой
#
(ново)греческий словарь
—
συναγωνίστρια
—
πρωτοφτάνω
—
ξεφούρνισμα
—
τσιμπάω
—
πουριτανισμός
—
μασώ
—
ωοπαραγωγνκότητα
—
υποφέρνω
—
ιπποδρόμιο
—
πρωτοβάθμιος
—
συνειδητοποιώ
—
κόνιδα
—
αθάμαχτος
—
βούτηγμα
—
Δέσποινα
—
ξεψαρωμένος
—
οξυϋδρογόνο
—
κεράτωμα
—
αγυιόπαιδο
—
ξώπετσα
—
προσφυγόπουλο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω