🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εθλάσθην
εθλάσθην
παθ. αωρ. от θλώ
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εθλάσθην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
δημοκατάρατος
—
αποκομέννος
—
ενάντιο
—
κοκιανοβαμμένος
—
αθέρμιστος
—
χαρτοποιός
—
γονοκοκκικός
—
καραβάνας
—
αραμπατζής
—
δικαιοπραξία
—
ραφινάρω
—
γερμός
—
φασματοσκόπιο
—
δυστυχής
—
νωχελής
—
σπειρούμαι
—
λουβί
—
αποφώλι
—
διοργανώνω
—
βυρσοδεψική
—
ονοματίζομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω