🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
νοσηρότητα
νοσηρότητα
η 1)
вредность для здоровья
;
~ τού κλίματος — нездоровые климатические условия
;
2)
болезненность
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вредность для здоровья
? —
νοσηρότητα
как на
(ново)греческом
будет слово
болезненность
? —
νοσηρότητα
как с
(ново)греческого
переводится слово
νοσηρότητα
? — вредность для здоровья, болезненность
#
(ново)греческий словарь
—
αστέγνωτος
—
αποκουμπώνω
—
συνθλώ
—
ψυχοπιάνομαι
—
πυελογράφημα
—
περιπτεριούχος
—
βιοποριστικός
—
κουτουλιάρικος
—
αυστηρός
—
επιβραβεύω
—
αναπηρώ
—
ανεράιδα
—
αλλακτικός
—
λαμνοκόπος
—
αγελαδοβοσκός
—
καρμπονάρος
—
πεταχτάρι
—
παρτίδα
—
ποιανού
—
υφεκατόλιτρο
—
φούντος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω