🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αναγιγνώσκω
αναγιγνώσκω
(αόρ. ανέγνωσα, ανέγνων, παθ. αόρ. ανεγνώσθην)
читать
;
~ μεγαλοφώνως — читать вслух
;
~ καθ' εαυτόν — читать про себя
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
читать
? —
αναγιγνώσκω
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναγιγνώσκω
? — читать
#
(ново)греческий словарь
—
μοιρολατρία
—
αμαύριστος
—
αισχύνη
—
δικαστηριακός
—
πισινός
—
νυμφίος
—
ετερόχειρος
—
καρυδόξυλο
—
κινητικός
—
απλώστρα
—
τσερβέλο
—
προσφέρω
—
γλειψιματίας
—
χαιρέκακα
—
φορολογητέος
—
χόανο
—
ημιμάχιμος
—
τεχνοκρίτης
—
δειγματισμός
—
εγγυημένα
—
αμυγδαλένιος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω