🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τιμάριθμος
τιμάριθμ|ος
ο эк.
индекс
;
~ κόστους (или ακριβείας) ζωής — индекс стоимости жизни
;
~ λιανικής (χονδρικής) πωλήσεως — индекс розничной (оптовой) торговли
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
индекс
? —
τιμάριθμος
как с
(ново)греческого
переводится слово
τιμάριθμος
? — индекс
#
(ново)греческий словарь
—
αβιασιά
—
καλοκοιτάω
—
χρεόλυτρο
—
διμέτωπος
—
λεχών
—
αρεσούμενος
—
αβλαστήμητος
—
αχυρόστρωμα
—
πετάμενος
—
πορώδης
—
στροφίς
—
κουπαστή
—
πυελομετρία
—
πολυπράγμονας
—
δεκαεπτάκις
—
γουβώνω
—
διαστάλαξις
—
μπουλούκα
—
ανεγκαινίαστος
—
συνεχόμενος
—
χρειαζούμενα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω