🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τρέπομαι
τρέπομαι
уст.
направляться
;
===
~ομαι εις φυγήν — обращаться в бегство
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
направляться
? —
τρέπομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
τρέπομαι
? — направляться
#
(ново)греческий словарь
—
ορχεοκήλη
—
δουλεμπορία
—
βουρλός
—
αντλητήρας
—
ταφικός
—
παιδόγγονα
—
σταθεροθερμία
—
αγαθωνυμία
—
ανερμήνευτος
—
τριχωτός
—
λαδοπίθαρο
—
εγγράφως
—
ηλεκτρικό δυναμικό
—
γοερότης
—
αυτόπτρις
—
αλέτρισμα
—
αισθηματικός
—
μυοθήρας
—
ατύλιχτος
—
πυρήνα
—
εμβολιαστικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω