🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πολυτεχνικός
πολυτεχνικός
политехнический
;
ανώτατη ~ή σχολή — политехнический институт
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
политехнический
? —
πολυτεχνικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
πολυτεχνικός
? — политехнический
#
(ново)греческий словарь
—
φαντασιώδης
—
διανυκτέρευση
—
γαργάλι
—
διαγράμμιση
—
ασυγχρονισμός
—
κακοπαντρεύομαι
—
επιδιαιτησία
—
Αργυρούπολη
—
γενάτι
—
ασβεστάδικο
—
διαφόρησις
—
γιόμα
—
επικαρπούμαι
—
τσιπουράκι
—
κρασοκανάτο
—
διασκεδασμός
—
άντε
—
λέων
—
προκατειλημμένος
—
αποστέλνω
—
ερπυσμός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω