🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διακινώ
διακινώ
Перевозить,торговать,распространять (наркотики)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
διακινώ
? —
#
(ново)греческий словарь
—
τριολέτο
—
διαφεντεύτρα
—
κολοκοτρωνέϊκος
—
τρισδιάστατος
—
εκχομος
—
φημισμένος
—
ειρήνευση
—
φοβούμαι
—
καμουφλάρω
—
εξαγριώνομαι
—
στειρωτικός
—
ευδιάζω
—
παραλία
—
εξωθώ
—
πυοδερμίτιδα
—
απτική οθόνη
—
υπάγομαι
—
εκφραστικός
—
χαλκόκοττα
—
κοραλλένιος
—
κηδεμονεύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω