🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
χιλιο-
χιλιο-
первая часть сложных слов, означ.
тысяча
:
χιλιόχρονος —
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
тысяча
? —
χιλιο-
как с
(ново)греческого
переводится слово
χιλιο-
? — тысяча
#
(ново)греческий словарь
—
εκνευρίζομαι
—
τριπόδι
—
αντιλαμβάνομαι
—
ξεγδαρμένος
—
μάλις
—
παράλειψη
—
ενδεικνύομαι
—
γαλάνι
—
ίσα
—
ατροπολόγητος
—
χορογραφία
—
πρόοδος
—
κουτσοχέρης
—
διαπιδύω
—
συγκατανεύω
—
αρνόδερμα
—
ανόργανα
—
χαρτογραφία
—
κτενιαίος
—
βαρκάρης
—
μήνας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω