🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βόλος
βόλ|ος
ο
шарик
(для детской игры, чаще глиняный или каменный)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
шарик
? —
βόλος
как с
(ново)греческого
переводится слово
βόλος
? — шарик
#
(ново)греческий словарь
—
χοιρομέρι
—
αραβοσιτόψωμο
—
επιών
—
γροθοκοπανάω
—
εποχλεύς
—
ακολασία
—
Ουκρανία
—
καρδιοσκασιά
—
απώθηση
—
αυτοψηφίζομαι
—
χιλιαναθεμένος
—
μετανεωτερικά
—
θαυματοποιία
—
στολαρχία
—
αστερισμός
—
παραπροϊόντα
—
εφσλτήριον
—
φυτεύω
—
αναποδογυρισμένος
—
τάλε-κουάλε
—
αδιαφέντευτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω